Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

auxiliaire στα ελληνικά
auxiliaire
λέγεται
οξιλιέρ
.
auxiliaire
σημαίνει στα ελληνικά
βοηθητικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- auxiliaire : ωφέλιμος
- auxiliaire : βοηθητικός εξοπλισμός
- auxiliaire : αρωγός / βοηθός
- auxiliaire : έκτακτος δημοσίου / έκτακτο προσωπικό δημοσίου
- meule / mobylette : μοτοποδήλατο με βοηθητικό κινητήρα / μικρής ισχός μοτοσυκλέτα με πετάλια
- CD4 / helpers : Τ4 κύτταρο / CD4 κύτταρο
- accessoire / outillage auxiliaire : αξεσουάρ / βοηθητικά εργαλεία
- auxiliaires : βοηθητικό προσωπικό
- auxiliaires : βοηθητικές μηχανές έλξης
- agent auxiliaire de l'oxygénation / comburant : βοηθητικός παράγων οξυγονώσεως
Subscribe
0 Comments


