Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

avancement στα ελληνικά
avancement
λέγεται
αβανσμάν
.
avancement
σημαίνει στα ελληνικά
προαγωγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- avancement : πρωιμότητα
- avancement : προαγωγή
- rapport JTM / rapport de transfert et manipulation de travaux : έκθεση JTM / έκθεση μεταφοράς και χειρισμού έργου
- arbre filete / vis d'avancement : άτρατκος κοχλία / τροφοδοτικός κοχλίας
- état du dossier / état des travaux : έκθεση για την πορεία των συζητήσεων
- avance par dent / avancement par dent : πρόωση ανά δόντι
- vis d'avancement : κοχλίας προωθήσεως
- double avancement / double avancement d'échelon : διπλή προαγωγή
- avancement séparé / entrainement séparé : ανεξάρτητος μηχανισμός πρόωσης
- état d'avancement : στάδιο ανάπτυξης
Subscribe
0 Comments


