Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aveu στα ελληνικά
aveu
λέγεται
αβέ
.
aveu
σημαίνει στα ελληνικά
ομολογία / passer aux aveux ομολογώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- aveu : ομολογία
- aveu judiciaire : δικαστική ομολογία
- extorsion d'aveux : απόσπασις ομολογίας
- aveu de culpabilité : αποδοχή της ενοχής
- aveu extrajudiciaire : εξώδικος ομολογία
- procédure en cas d'aveu de culpabilité : διαδικασία αποδοχής της ενοχής
Subscribe
0 Comments


