Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

badigeonner στα ελληνικά
badigeonner
λέγεται
μπαντιζονέ
.
badigeonner
σημαίνει στα ελληνικά
ασπρίζω / αλείφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- matière badigeonnée : χρωματισμένο υλικό
Subscribe
0 Comments


