Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

balai στα ελληνικά
balai
λέγεται
μπαλέ
.
balai
σημαίνει στα ελληνικά
σκούπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- balai / plie canadienne : καλκάνι Καναδά
- balai / charbon : ψήκτρα / βούρτσα
- balai / aube mobile : πτερύγιο
- balai : ψήκτρα
- balai : βραχίονας
- balai : μάκτρο (υελοκαθαριστήρων)
- cloche / mance à balai : Χειριστήριο
- manche / manche pilote : μοχλός πηδαλιούχησης
- \FTS / balai du Pacifique nord : γιαπωνέζικο καλκάνι
- manche / poignée : μοχλός παιχνιδιού / συσκευή χειριστηρίου
Subscribe
0 Comments


