Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

barrette στα ελληνικά
barrette
λέγεται
μπαρέτ
.
barrette
σημαίνει στα ελληνικά
κοκαλάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- barrette : σχοινί ενίσχυσης / ενισχυτικό σχοινί
- barrette : συστοιχία φώτων / εγκάρσια δεσμίδα φώτων
- barrette : μικρή ράβδος(μπαρέττα)
- barrette : χτένια
- barrette : κομβοέλασμα-λωρίδα
- barrette : ράβδος / συνδετική διάταξη τροχών
- peigne / barrette : χτένι ευθύγραμμο
- barrette : γράμμωση ελαστικού / προεξοχή πέλματος
- barrette / raclette : ξέστρο / ξύστρα
- barrette : εγκάρσια συστοιχία αεροναυπλιακών φώτων αεροδρομίου
Subscribe
0 Comments


