Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bas στα ελληνικά
bas
λέγεται
μπα
.
bas
σημαίνει στα ελληνικά
κάτω / χαμηλά / κάλτσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bas : κάλτσες / περιπόδια
- LEO / orbite terrestre basse : LEO / χαμηλή τροχιά
- GBB / grande base en bas : φαρδιά βάση / στενή κορυφή
- PMB / point mort bas : ΚΝΣ / κάτω νεκρό σημείο
- AFU / assistance au freinage d'urgence : σύστημα υποβοήθησης της πέδησης
- LDL / "mauvais cholestérol" : λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας
- SMBR / SMFR : φασματομετρία μαζών χαμηλής διακριτικής ικανότητας
- FEB / fréquence extrêmement basse : ιδιαίτερα χαμηλή συχνότητα
- PEBD / polyéthylène basse densité : πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας
- BM / basse mer : άμπωτις
Subscribe
0 Comments


