Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

basané στα ελληνικά
basané
λέγεται
μπαζανέ
.
basané
σημαίνει στα ελληνικά
μελαψός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- basane : δέρμα προβάτου με μαλλί,όχι διασχισμένο,δεψημένο φυτικά
- basanes : δέρματα για δέσιμο βιβλίων
Subscribe
0 Comments


