Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

base στα ελληνικά
base
λέγεται
μπαζ
.
base
σημαίνει στα ελληνικά
βάση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- base / base chimique : βάση/αλκαλική ένωση
- base : βάση
- base : αρχή / βάση
- base : Πέλμα βάσεως
- base / surface de pose : Bάση / επιφάνεια έδρασης
- base : αναφερόμενα ασφάλιστρα
- base / région de base : Βάση
- base / base de coulée : βάση έγχυσης / βάση τύπου χύτευσης
- base / plaque de coulée en source : βάση καλουπιού χύτευσης / πλάκα του τύπου χύτευσης
Subscribe
0 Comments


