Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bâton στα ελληνικά
bâton
λέγεται
μπατόν
.
bâton
σημαίνει στα ελληνικά
μπαστούνι / μαγκούρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bâton : ράβδος
- pal / pic : λοστός / τριβέλι
- gage / bâton-pilote : ράβδος-πιλότος
- stick lac / laque en bâtons : λάκκα σε ράβδους
- jet bâton : εκτοξευόμενη δέσμη κυλινδρικής μορφής
- bâton lesté / bâton de vitesse : ερματισμένη ράβδος
- bâton de foc / bout-dehors de foc : δοράτιο / μπαστούνι
- échelle-bâton : κλίμακα κρεμαστή
- ancre à bâton : άγκυρα με ράβδο
- bâton abrasif / pierre abrasive : σμιλευμένη πέτρα
Subscribe
0 Comments


