Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

béant στα ελληνικά
béant
λέγεται
μπεάν
.
béant
σημαίνει στα ελληνικά
ανοιχτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- méthode de Beer : μέθοδος του Beer
- bistouri de Beer / bistouri cornéen de Beer : κερατοειδές νυστέρι του Beer
- couronne de Beer : κορώνα του Beer
- opération de Beer : επέμβασις του Beer
- opération de Beer : εγχείρηση Beer
- fissure transversale béante : εγκάρσια ανοιχτή ρωγμή
- pince à épiler les cils de Beer : αποτριχωτική λαβίς των βλεφαρίδων του Beer
Subscribe
0 Comments


