Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bénéfique στα ελληνικά
bénéfique
λέγεται
μπενεφίκ
.
bénéfique
σημαίνει στα ελληνικά
ευεργετικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- paiement «vert» / paiement direct vert : ενίσχυση οικολογικού προσανατολισμού
- pratique d’écologisation / pratique agricole bénéfique pour le climat et l’environnement : πρακτική οικολογικού προσανατολισμού
Subscribe
0 Comments


