Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

berceau στα ελληνικά
berceau
λέγεται
μπερσό
.
berceau
σημαίνει στα ελληνικά
κούνια / λίκνο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- berceau : φορείο μεταφοράς
- berceau : αντίβαρο
- berceau : βάσις στηρίξεως
- berceau / bassinet : λίκνο / κούνια
- assise / berceau : βάση / βάθρο
- berceau : βάση / έδραση
- berceau / languette : πύλη τροφοδοσίας / θυρίδα τροφοδοσίας
- MSIN / mort du berceau : αιφνίδιος θάνατος βρεφών
- cycle de vie : κύκλος ζωής / κύκλος ζωής
- bâti-moteur / berceau-moteur : Βάσεις κινητήρα
Subscribe
0 Comments


