Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bétail στα ελληνικά
bétail
λέγεται
μπετάιγ
.
bétail
σημαίνει στα ελληνικά
ζωντανά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bétail / cheptel sur pied : ζωικό κεφάλαιο/ζώα
- bétail / animaux : θρέμματα / βοσκήματα
- bovidés / bétail (bovins) : βοοειδή/μεγάλα ζώα
- éleveur / éleveur de bétail : κτηνοτρόφος
- élevage / élevage de bétail : εκτροφή κοπαδιού / κτηνοτροφικός τομέας
- UGB / unité de gros bétail : ΜΜΖ / μονάδα μεγάλου ζώου
- tondeuse / tondeuse pour bétail : κουρευτική μηχανή ζώων
- SIBEV / Société interprofessionnelle du bétail et des viandes : Διεπαγγελματική εταιρεία ζώων και κρεάτων
- CCBV / Comité professionnel des coopératives des pays du Marché commun pour le bétail et la viande : Επιτροπή συνεταιρισμών κτηνοτροφίας και κρέατος των χωρών της Κοινής Aγοράς
- UGB / unité de gros bétail : ΜΧΖ / μονάδα χονδρού ζώου
Subscribe
0 Comments


