Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

biais στα ελληνικά
biais
λέγεται
μπιε
.
biais
σημαίνει στα ελληνικά
λοξός / par le biais μέσω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- biais : λόξεμα / στράβωμα
- biais : λοξή γωνία / λοξός κανών
- biais : βιασμός
- biais : μεροληψία
- biais : απόκλισις
- biais / lacet : γωνιακή απόκλιση
- biais : βίαση / πόλωση
- biais / distorsion : απόκλισις / μεροληψία
- biseau / tranchant en biais : φάλτσο / λοξοτομή
- ARIANE / programme de soutien dans le domaine du livre et de la lecture : ARIANE / Πρόγραμμα Στήριξης στον Τομέα του Βιβλίου και της Ανάγνωσης
Subscribe
0 Comments


