Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

biceps στα ελληνικά
biceps
λέγεται
μπισέψ
.
biceps
σημαίνει στα ελληνικά
ποντίκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- BICEPS / Stratégie et programmes européens de collaboration en matière de bio-informatique : Ευρωπαϊκό συνεργατικό πρόγραμμα και στρατηγική βιοπληροφορικής / Ευρωπαϊκή στρατηγική και πρόγραμμα συνεργασίας στον τομέα της βιοπληροφορικής
- biceps / muscle biceps : δικέφαλος
- long vaste / biceps fémoral : επιμήκης πλατύς / δικέφαλος μηριαίος
- plastie du biceps : πλαστική αποκατάσταση δικεφάλου μύ
- rupture du biceps : ρήξη δικεφάλου μύ
- paralysie du muscle biceps du bras : παράλυση δικεφάλου μύ
- bourse supérieure du biceps crural : άνω θύλακας του δικέφαλου μηριαίου μύ
- réflexe du muscle biceps de la cuisse : αντανακλαστικό δικεφάλου μηριαίου
- courte portion du muscle biceps crural : βραχεία κεφαλή του δικεφάλου μηριαίου μυός
- longue portion du muscle biceps crural : μακρά κεφαλή του δικεφάλου μηριαίου μυός
Subscribe
0 Comments


