Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

biceps στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
biceps
λέγεται
μπισέψ
.
biceps
σημαίνει στα ελληνικά
ποντίκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • BICEPS / Stratégie et programmes européens de collaboration en matière de bio-informatique : Ευρωπαϊκό συνεργατικό πρόγραμμα και στρατηγική βιοπληροφορικής / Ευρωπαϊκή στρατηγική και πρόγραμμα συνεργασίας στον τομέα της βιοπληροφορικής
  • biceps / muscle biceps : δικέφαλος
  • long vaste / biceps fémoral : επιμήκης πλατύς / δικέφαλος μηριαίος
  • plastie du biceps : πλαστική αποκατάσταση δικεφάλου μύ
  • rupture du biceps : ρήξη δικεφάλου μύ
  • paralysie du muscle biceps du bras : παράλυση δικεφάλου μύ
  • bourse supérieure du biceps crural : άνω θύλακας του δικέφαλου μηριαίου μύ
  • réflexe du muscle biceps de la cuisse : αντανακλαστικό δικεφάλου μηριαίου
  • courte portion du muscle biceps crural : βραχεία κεφαλή του δικεφάλου μηριαίου μυός
  • longue portion du muscle biceps crural : μακρά κεφαλή του δικεφάλου μηριαίου μυός

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments