Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bienfait στα ελληνικά
bienfait
λέγεται
μπιανφέ
.
bienfait
σημαίνει στα ελληνικά
ευεργεσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rapport bienfaits/risques : σχέση οφέλους/κινδύνου
Subscribe
0 Comments


