Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bifurquer στα ελληνικά
bifurquer
λέγεται
μπιφυρκέ
.
bifurquer
σημαίνει στα ελληνικά
στρίβω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bifurquer : διακλαδίζω / διακλαδώνω
- culotte / tuyau bifurqué : εξάρτημα Ταυ για σωλήνα
- la voie navigable bifurque : μια πλωτή οδός διακλαδώνεται
Subscribe
0 Comments


