Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bissectrice στα ελληνικά
bissectrice
λέγεται
μπισεκτρίς
.
bissectrice
σημαίνει στα ελληνικά
διχοτόμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- point bissecteur : σημείο διχοτόμησης
Subscribe
0 Comments


