Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

blinder στα ελληνικά
blinder
λέγεται
μπλινντέ
.
blinder
σημαίνει στα ελληνικά
θωρακίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- blindé / antiparasite : θωρακισμένος
- blindé : θωρακισμένος
- blindé : οπλισμένος / θωρακισμένος
- VBCI / véhicule blindé de combat d'infanterie : AIFV / τεθωρακισμένο όχημα μάχης πεζικού
- VBTP / VBTT : ΤΟΜΠ / τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού
- câble armé / câble blindé : θωρακισμένο καλώδιο / μπλενταρισμένο καλώδιο
- non blindé : αθωράκιστος / χωρίς περίβλημα
- bloc blindé : θωρακισμένο ενεργό τμήμα
- câble blindé : θωρακισμένο καλώδιο
- verre blindé : θωρακισμένος υαλοπίνακας
Subscribe
0 Comments


