Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boîtier στα ελληνικά
boîtier
λέγεται
μπουατιέ
.
boîtier
σημαίνει στα ελληνικά
θήκη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coque / coffre : κέλυφος του συλλέκτη
- boîtier : κέλυφος
- boîtier : θήκη γυροσκοπίου επιταχυμέτρου
- boîte / carter : κιβώτιο
- zapette / boîtier de télécommande : τηλεπιλογέας
- boitier : δοχείο / περίβλημα
- boitier : πακέτο εγκλεισμού / περίβλημα εγκλεισμού
- boitier / assemblage : συσκευασία
- coquille / boîtier de connecteur : κέλυφος βύσματος
- crypteur / appareil de chiffrage : διάταξη κρυπτοθέτησης / κρυπτογραφική συσκευή
Subscribe
0 Comments


