Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bombe στα ελληνικά
bombe
λέγεται
μπονμπ
.
bombe
σημαίνει στα ελληνικά
βόμβα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bombe / récipient sous pression : υπό πίεση δοχείο (Preferred) / πιεστικό δοχείο
- bombe : βόμβα
- bombe : beans / φασόλια
- disque / disque bombé : δίσκος / κοίλος δίσκος
- BASM / bombe-grappe : δέσμη βομβών που ρίπτονται ταυτόχρονα
- FAE / bombe à dépression : εκρηκτικό καυσίμου-αέρα
- DDR / arme radiologique : μηχανισμός διασκορπισμού ραδιενέργειας
- boulon J / boulon Japy : καρόβιδα / κοχλίας σφαιρικής κεφαλής και τετραγωνικού λαιμού
Subscribe
0 Comments


