Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bon στα ελληνικά
bon
λέγεται
μπον
.
bon
σημαίνει στα ελληνικά
καλός / ωραία / διπλότυπο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- BPL / bonnes pratiques de laboratoire : ΟΕΠ / ορθή εργαστηριακή πρακτική
- BPA / bonne pratique agricole : ορθή γεωργική πρακτική' κατάλληλη εφαρμογή των γεωργικών τεχνικών
- bon : ομολογία / ομολογίες
- BON / billet à ordre négociable : διαπραγματεύσιμος διατραπεζικός τίτλος
- bonne pratique clinique / BPC : ΟΚΠ / ορθή κλινική πρακτική
- BPF / bonnes pratiques de fabrication : ΟΠΠ / κανόνες καλής παρασκευής
- BPL / bonnes pratiques de laboratoire : ΟΕΠ / Ορθή Εργαστηριακή Πρακτική
- HDL / "bon cholestérol" : λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας
Subscribe
0 Comments


