Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bonification στα ελληνικά
bonification
λέγεται
μπονιφικασιόν
.
bonification
σημαίνει στα ελληνικά
βελτίωση / πριμοδότηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
