Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bouc στα ελληνικά
bouc
λέγεται
μπουκ
.
bouc
σημαίνει στα ελληνικά
τράγος / μούσι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bouc : τράγος
- sonnailler / bouc conducteur : κωδωνοφόρος κριός / μπροστάρικο κριάρι
- orchis bouc : λωρόγλωσσο το τράγειο
- jeune bouc : βετούλι
- barbe de bouc / salsifis des prés : τραγοπώγων ο λειμώνιος
Subscribe
0 Comments


