Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bouillie στα ελληνικά
bouillie
λέγεται
μπουγί
.
bouillie
σημαίνει στα ελληνικά
χυλός / κουρκούτι / κρέμα / en bouillie λιώμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bouillie : χυλός
- bouillie / suspension épaisse : υδαρής πολτός
- bouillie / bouillie bordelaise : βορδιγάλειος πολτός
- bout dur : σκληρή μύτη / σκληρή πούντα
- bon bout : τελευταίο τεμάχιο τακουνιού
- bout dur : κν.σκληρή πούντα / σκληρή μύτη παπουτσιού
- bout dur : πούντα / μποτίνι
- bout uni : επίπεδο άκρο
- bout uni / bout lisse : άκρο λείο / άκρο ενωμένο
Subscribe
0 Comments


