Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boulot στα ελληνικά
boulot
λέγεται
μπουλό
.
boulot
σημαίνει στα ελληνικά
δουλειά / κοντοστούπης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- économie à la demande / économie des petits boulots : οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης
Subscribe
0 Comments


