Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bourrer στα ελληνικά
bourrer
λέγεται
μπουρέ
.
bourrer
σημαίνει στα ελληνικά
μπουκώνω / se bourrer γίνομαι στουπί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- schappe / bourre de soie : απορρίμματα από μετάξι
- bourrée : μικρό δεμάτι από ξύλα
- fibranne / fibre coupée : ασυνεχής ίνα / υφαντική ίνα
- bourre / bourre de soie : γνάφαλο
- bourre / étoupe : στουπί
- bourre / fibre courte en vrac : κοντό υαλόνημα
- poil / bourre : Xνούδι
- bourre : γνάφαλο / κάλυκας
- bourre / bourrage : υλικό επιγόμωσης
- tondisse / bourre de tondeuse : αέρας
Subscribe
0 Comments


