Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bourrique στα ελληνικά
bourrique
λέγεται
μπουρίκ
.
bourrique
σημαίνει στα ελληνικά
ξεροκέφαλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ânesse / bourrique : γαϊδούρα / θήλυς όνος
Subscribe
0 Comments


