Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bourse στα ελληνικά
bourse
λέγεται
μπουρς
.
bourse
σημαίνει στα ελληνικά
υποτροφία / χρηματιστήριο / πορτοφόλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bourse / place boursière : χρηματιστήριο / χρηματιστήριο αξιών
- bourse / bourse de valeurs : χρηματιστήριο αξιών
- bourse : λαμβούρδα
- bourse : ορογόνος θύλακας
- bourse : υποτροφία
- CONSOB / commission des opérations en Bourse : επιτροπή του χρηματιστηρίου
- option / contrat optionnel : οψιόν / δικαίωμα προαίρεσης
- Nasdaq / système de cotation automatisée de l'association nationale des courtiers en bourse américains : Nasdaq
- ordre / ordre de bourse : εντολή για αγοραπωλησία μετοχικών τίτλων
- Marché des options négociables de Paris (Preferred) / MONEP : αγορά δικαιωμάτων αγοράς/πώλησης Παρισίων
Subscribe
0 Comments


