Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boursouflure στα ελληνικά
boursouflure
λέγεται
μπουρσουφλύρ
.
boursouflure
σημαίνει στα ελληνικά
πρήξιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- boursouflure : φούσκωμα
- vésicule / boursouflure : εξόγκωμα,κύστις,φλυκταινώδης εξέλκωσις
- vésicule / boursouflure : Κυστοειδής καρποφορία σκωρίασης
- boursouflure : εξόγκωμα
Subscribe
0 Comments


