Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boxer στα ελληνικά
boxer
λέγεται
μποξέ
.
boxer
σημαίνει στα ελληνικά
γρονθοκοπώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- boxer plat : μηχανή για φερμουάρ
- gant de boxe : γάντι πυγμαχίας
- salle divisée en boxes : εσωτερικά διαχωρισμένοι θάλαμοι ασθενών
- stalles ou boxes individuels : ιπποφορείο / κιβώτιο μεταφοράς
- cases ou boxes à taureaux et stalles de monte en construction tubulaire d'acier : κλωβοί η διαμερίσματα ταύρων και φάτνες ζευγαρώματος σωληνοειδούς χαλύβδινης κατασκευής
Subscribe
0 Comments


