Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boy στα ελληνικά
boy
λέγεται
μπόι
.
boy
σημαίνει στα ελληνικά
υπηρέτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Golden Boy : νέος και επιτυχημένος χρηματιστηριακός επενδυτής
- coloration de Boy : χρώση BOY
- bâton de boy-scouts : ράβδος προσκόπου
- couteau de boy-scout : μαχαίρι προσκοπικό
Subscribe
0 Comments


