Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

bras στα ελληνικά
bras
λέγεται
μπρα
.
bras
σημαίνει στα ελληνικά
χέρι / μπράτσο / αγκαλιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bras / corne : βραχίονας
- bras : βραχίονας
- bras : βραχίων
- bras / bras de lecture : βραχίονας / βραχίονας ανάγνωσης
- bras / branche : κλάδος
- bras : μπράτσα τιμονιού / βραχίονες πηδαλίου
- bras : αντηρίδα / βραχίονας
- bras : πρόβολος
- bras / levier du soc : λαβή μοχλού
Subscribe
0 Comments


