Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

brochette στα ελληνικά
brochette
λέγεται
μπροσέτ
.
brochette
σημαίνει στα ελληνικά
σουβλάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brochette : πεντάδυμος ηλεκτρονόμος
- brochette de cantre : βάση στήριξης μπομπίνας τροφοδοσίας σε ικρίωμα
- brochette d'un continu à retordre à anneau : βάση στήριξης υλικού τροφοδοσίας αδελφωτικής και στριπτικής μηχανής με δακτυλίδι
Subscribe
0 Comments


