Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

broder στα ελληνικά
broder
λέγεται
μπροντέ
.
broder
σημαίνει στα ελληνικά
κεντώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- broder : κεντώ
- soie floche / soie à broder : μαλακό μετάξι / χαλαρό μετάξι
- tissu brodé : κεντητό ύφασμα
- melon brodé : πεπόνι / κουκούμις ο πέπων
- fil à broder : νήμα κεντήματος
- vanisage brodé : βανιζέ επιλεγμένων βελονών
- métier à broder : αργαλειός κεντήματος
- poinçon à broder : κεντητήριο
- ciseaux à broder / ciseaux de brodeuse : ψαλίδι κεντήματος
Subscribe
0 Comments


