Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

buffet στα ελληνικά
buffet
λέγεται
μπυφέ
.
buffet
σημαίνει στα ελληνικά
μπουφές
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- buffet : μπουφέ
- buffet : μπουφές
- buffet / buffet de gare : κυλικείο σταθμού
- voiture-bar / voiture-buffet : βαγόνι μπαρ / βαγόνι μπουφέ
- buffet d'orgue : περίβλημα εκκλησιαστικού οργάνου
- buffet de train : αναψυκτήριο τρένου
Subscribe
0 Comments


