Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

buisson στα ελληνικά
buisson
λέγεται
μπυισόν
.
buisson
σημαίνει στα ελληνικά
θάμνος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- buisson : θάμνος / πυκνοί θάμνοι
- pyracantha / buisson ardent : πυράκανθα
- rosier en buisson : θαμνώσης τριανταφυλλιά
- chien des buissons : ιχθυκύων
- escargot des buissons : κοχλίας των θάμνων
- rousserrolle des buissons : θαμνοποταμίδα
- oiseau bruyant de buissons : ατριχόρνις η θορυβώδης
- buisson à feuilles caduques : φυλλοβόλος θάμνος
Subscribe
0 Comments


