Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

but στα ελληνικά
but
λέγεται
μπυτ
.
but
σημαίνει στα ελληνικά
σκοπός / στόχος / τέρμα / γκολ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bus : αρτηρία
- but : στόχος
- Organisation internationale des bois tropicaux / OIBT : Διεθνής Οργανισμός για την τροπική ξυλεία
- ISBL / institutions sans but lucratif : ΜΚΙ / μη κερδοσκοπικά ιδρύματα
- fil / fil du bois : ίς ξύλου / ίνα ξύλου
- S20 / ne pas manger et ne pas boire pendant l'utilisation : Σ20 / μην τρώτε και μην πίνετε όταν το χρησιμοποιείτε
- coeur / duramen : εγκάρδιον ξύλον
- USB / bus série universel : USB / παγκόσμια σειριακή αρτηρία
- OBNL / OSBL : μη κερδοσκοπικός οργανισμός
- bois / ramure : ελαφόκερας / λαφοκέρατο
Subscribe
0 Comments


