Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cabane στα ελληνικά
cabane
λέγεται
καμπάν
.
cabane
σημαίνει στα ελληνικά
καλύβα / καμπάνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cabane à sucre : χώρος παραγωγής και επεξεργασίας των προϊόντων της σφενδάμνου
- cabane à canards : καλύβι για πάπιες
- cabane de berger : καλύβα βοσκού
Subscribe
0 Comments


