Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cacheter στα ελληνικά
cacheter
λέγεται
καστέ
.
cacheter
σημαίνει στα ελληνικά
σφραγίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- operculer / cacheter une cellule : επιπωματίζω τις κυψελίδες
- houblon cacheté : λυκίσκος πιστοποιημένος
- pain à cacheter : αζυμοσφραγίδα
- cire à cacheter : βουλοκέρι / ισπανικό κερί
- soumission sous pli cacheté : σφραγισμένη προσφορά
Subscribe
0 Comments


