Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cadrage στα ελληνικά
cadrage
λέγεται
καντράζ
.
cadrage
σημαίνει στα ελληνικά
πλαισίωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cadrage / alignement : ευθυγράμμιση
- cadrage / justification : ευθυγράμμιση
- abeille / hirondelle : σημάδι κοπής
- fonction cadrage : λειτουργία επικέντρωσης
- hauteur de cadrage : ύψος εικόνας
- bloc à auto-cadrage : αυτοπεριγραφόμενη ομάδα δεδομένων
- interface étiquetée à auto-cadrage : αυτοπεριγραφόμενη ετικεταρισμένη διεπαφή
Subscribe
0 Comments


