Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cadrer στα ελληνικά
cadrer
λέγεται
καντρέ
.
cadrer
σημαίνει στα ελληνικά
συμβαδίζω / πλαισιώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Convention-cadre des Nations unies sur les changements climatiques / CCCC : UNFCCC / Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή
- cadrer : ευθυγραμμίζω
- cadres / encadrement : στελεχικό δυναμικό
- cadres : εξειδικευμένοι
- cadres / personnel d'encadrement : εξειδικευμένο προσωπικό
- cadres / encadrement : προσωπικό εποπτείας
- cadre / schéma : σχήμα / μονάδα
- EURoma / réseau européen sur l'inclusion sociale et les Roms dans le cadre des fonds structurels : EURoma / Ευρωπαϊκό δίκτυο για την κοινωνική ένταξη και τους Ρομά στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων
- cadre / dirigeant : διοικητικό στέλεχος
- CCLAT / Convention-cadre pour la lutte antitabac : Σύμβαση πλαίσιο για τον έλεγχο του καπνού / ΣΠΕΚ
Subscribe
0 Comments


