Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cafard στα ελληνικά
cafard
λέγεται
καφάρ
.
cafard
σημαίνει στα ελληνικά
κατσαρίδα / avoir le cafard είμαι στεναχωρεμένος / μαρτυριάρης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cafard / cancrelat : κατσαρίδα
- blatte / cafard : κατσαρίδα
- cafard / spleen : βαρειά μορφή υποξείας μελαγχολίας
- cabot / bavard : βοϊδοκεφαλόψαρο
- cabot / bavard : καλλιώνυμος
- cafards : κανθαρίδες
Subscribe
0 Comments


