Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

Canada στα ελληνικά
Canada
λέγεται
καναντά
.
Canada
σημαίνει στα ελληνικά
Καναδάς
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- balai / plie canadienne : καλκάνι Καναδά
- omble / togue : λιμνοπέστροφα της Αμερικής
- CUSRPG / groupe stratégique régionale Canada-Estats-Unis : CUSRPG / Περιφερειακή Καναδο-Αμερικανική Ομάδα Σχεδιάσεως
- le Canada / MUL : Καναδάς
- Bighorn / mouflon du Canada : άγριος κριός του Καναδά
- CMCST / Comité mixte de coopération scientifique et technologique CE-Canada : ΜΕΕΤΣ / Μεικτή επιτροπή επιστημονικής και τεχνολογικής συνεργασίας EK-Καναδά
- CMCST / Comité mixte de coopération scientifique et technologique Euratom-Canada : ΜΕΕΤΣ / Μεικτή επιτροπή επιστημονικής και τεχνολογικής συνεργασίας Eυρατόμ-Καναδά
- ACAC / Accord commercial anti-contrefaçon : ACTA / εμπορική συμφωνία καταπολέμησης της παραποίησης
- JUSCANZ / Japon, Etats-Unis, Canada, Australie, Nouvelle-Zélande : JUSCANZ / Ιαπωνία, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία
- wapiti / caribou : τάρανδος Καναδά
Subscribe
0 Comments


