Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

canette στα ελληνικά
canette
λέγεται
κανέτ
.
canette
σημαίνει στα ελληνικά
μπουκάλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- canette : μασούρι υφαδιού / μασούρι σαϊτας υφαδιού
- canette / cannette : μασούρι
- canette / bobine de trame : μασούρι
- canette : μασούρι
- canette : μασούρι κλώστριας-σαϊτας
- canette : μεταλλικά κουτιά
- canette cocon / cannette cocon : κουκουνάρα
- canette cocon / canette tubulaire : μπομπίνα / σωληνοειδές μασούρι
- cop à retordre / canette à retordre : μασούρι στριπτηρίου σελφ-άκτινγκ
- bobine en bois / canette en bois : ξύλινος κώνος / ξύλινη μπομπίνα
Subscribe
0 Comments


