Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

canne στα ελληνικά
canne
λέγεται
καν
.
canne
σημαίνει στα ελληνικά
καλάμι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- canne : ράβδος / μπαστούνι
- canne / canne à sucre : ζαχαροκάλαμο / ζαχαροκόλαμο
- canne : καλάμι
- canne : ράβδος / βακτηρία
- canne : τσιμπούκι / υαλουργικός αυλός
- CTICS / Centre technique interprofessionnel de la canne et du sucre : CTICS / τεχνικό διεπαγγελματικό κέντρο του ζακχαροκαλάμου και της ζάχαρης
- roseau / quenouille : καλάμι
- cannas : κάννα
- mocaya / palmier-canne : ακροκόμη η σκληρόκαρπος
- sautade / cannasse : καλαμωτή
Subscribe
0 Comments


