Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

capable στα ελληνικά
capable
λέγεται
καπάμπλ
.
capable
σημαίνει στα ελληνικά
ικανός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- incapable / pas capable : αδυνατώ
- apte à tester / capable de disposer par testament : διαθέτης ικανός ή μη
- faille capable : ρήγμα ικανό να ενεργοποιηθεί
- élément capable : ικανό στοιχείο
- espèce capable de s'adapter : προσαρμόσιμο είδος
- appareil capable d'assommer : μηχάνημα που αναισθητοποεί
- logiciel capable de commande rétroactive : λογισμικό με ικανότητα ελέγχου ανάδρασης
- trieuse capable de lire des adresses entières : μηχανή διαλογής η οποία είναι σε θέση να διαβάζει ολόκληρη διεύθυνση
- terminal uniquement capable de lancer un appel : τερματικό μόνο απάντησης
- terminal uniquement capable de réceptionner des appels : τερματικό μόνο απάντησης
Subscribe
0 Comments


