Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

capable στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
capable
λέγεται
καπάμπλ
.
capable
σημαίνει στα ελληνικά
ικανός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • incapable / pas capable : αδυνατώ
  • apte à tester / capable de disposer par testament : διαθέτης ικανός ή μη
  • faille capable : ρήγμα ικανό να ενεργοποιηθεί
  • élément capable : ικανό στοιχείο
  • espèce capable de s'adapter : προσαρμόσιμο είδος
  • appareil capable d'assommer : μηχάνημα που αναισθητοποεί
  • logiciel capable de commande rétroactive : λογισμικό με ικανότητα ελέγχου ανάδρασης
  • trieuse capable de lire des adresses entières : μηχανή διαλογής η οποία είναι σε θέση να διαβάζει ολόκληρη διεύθυνση
  • terminal uniquement capable de lancer un appel : τερματικό μόνο απάντησης
  • terminal uniquement capable de réceptionner des appels : τερματικό μόνο απάντησης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments