Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

capitaliser στα ελληνικά
capitaliser
λέγεται
καπιταλιζέ
.
capitaliser
σημαίνει στα ελληνικά
κεφαλαιοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capitaliser : κεφαλαιοποιώ
- valeur capitalisée : κεφαλαιοποιηθείσα αξία
- intérêt capitalisé : κεφαλαιοποιημένος τόκος
- valeur de rendement / valeur de rendement capitalisée : αξία απόδοσης / προσδιορισμός αξίας με την κεφαλαιοποίηση των κερδών
- charge capitalisée : κεφαλαιοποιημένη δαπάνη
- intérêts capitalisés : κεφαλαιοποιημένοι τόκοι
- capitaliser les intérêts : κεφαλαιοποιώ τους τόκους
Subscribe
0 Comments


